Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Η ΓΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΡΕΦΕΙ, ΜΑΚΕΤΑ

                      

                      " Η ΓΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΡΕΦΕΙ"

Στις αρχές του σχολικού έτους 2012-2013 γεννήθηκε μια ιδέα. Στη χρονιά που κύλησε, η ιδέα μεγάλωσε και υλοποιήθηκε. Η γη που μας τρέφει συρρικνώθηκε σε μια υπέροχη πατρίδα που ξέρει μόνο να δίνει.  Διαθεματικά δουλεύτηκε η σπορά, ο τρύγος, το αγρόκτημα, το δάσος, η ελιά, φρούτα, καφές- κακάο, μέλισσα-μέλι, το μετάξι, η θάλασσα κλπ. Μαζί με το πρόγραμμα παράλληλα έπαιρνε σάρκα και οστά και η μακέτα. Στο τέλος της χρονιάς έγινε το σκηνικό της τελικής μας γιορτής που είχε τίτλο " Το ταξίδι του παράξενου βασιλιά". Ενός βασιλιά που έψαχνε για κάτι διαφορετικό απ΄αυτό που είχε.
"Μια ιστορία θα σας πω ,που την ξέρω από παλιά
για έναν παράξενο βασιλιά που ζούσε κάπου εκεί ψηλά.
Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πως και γιατί, αποφάσισε ν' αφήσει ότι είχε εκεί
και το βασίλειο του να φτιάξει ξανά από την αρχή.
Θέλησε μια πατρίδα εδώ κάτω στη γη, δεν ήξερε που να ψάξει
που άραγε να την βρει...

Το ταξίδι του λοιπόν ξεκίνησε. Μέρες πολλές κράτησε, αναζητώντας και γνωρίζοντας.

Μύρισε, γεύτηκε και μάζεψε καρπούς από φορτωμένα δέντρα...


Μέθυσε με το ροζέ κρασί που ήπιε, όταν κάθισε να ξαποστάσει.


Έσκαψε, έσπειρε και ο ιδρώτας του πότισε το φρεσκοσκαμένο χώμα.


Το γάλα το αχνιστό στο τραπέζι, του ζέσταινε τα σωθικά, όταν οι μέρες ήταν κρύες.


Τίναξε τα λιόδεντρα και γεύτηκε το ευλογημένο τους λάδι.



Εκείνο το μοσχομυριστό μέλι πάνω στο ψωμί που ήταν φτιαγμένο από προζύμι δεν θα το ξεχνούσε ποτέ.


Σαλάγησε τα πρόβατα, τα άρμεξε και τα κούρεψε, όταν έπιασαν οι πρώτες ζέστες.


Μάζεψε στο ζεμπίλι ότι μπορείς να φανταστείς από τον μπαξέ.


Περπάτησε μέσα στο δάσος. Όταν πείνασε, χόρτασε με τους καρπούς του και μάζεψε αρωματικά φυτά και βότανα.


Η αλμύρα της τον αγκάλιασε, τον ξεκούρασε απ' όλη αυτήν την αναζήτηση.


Γεννημένη από αλμύρα και νερό
στα μαλλιά της πλεγμένα στάχυα και άγανο.
Στα δουλεμένα χέρια της κρατά την ελιά,
ο ιδρώτας στο μέτωπο από την δουλειά!
Πλασμένη η ψυχή της από μέλι και κρασί
παλεύει, πονάει και προσπαθεί.
Κι αν όλα αυτά της έπαιρναν και την γκρεμίζαν
με θάλασσα, στάρι, κρασί κι ελιά θα την ξαναχτίζαν!

Και ο βασιλιάς απάντησε:
Φτάνει! Τη χώρα που μου λες τη γνώρισα, την είδα!
Την όμορφη Πατρίδα σου θέλω κι εγώ Πατρίδα!











" Κάτω απ' το μπλε του ουρανού ευλογημένοι τόποι
θλιμμένα τα τραγούδια τους μα γελαστοί ανθρώποι!"

Ευλογημένη Πατρίδα, ευλογημένη γη